Κατά τη διάρκεια του χειμώνα και της άνοιξης, παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες που επικρατούν συχνά, η θαλάσσια ερευνητική ομάδα του Αρχιπελάγους, συνεχίζει τη συλλογή δεδομένων στα ιδιαίτερα παραγωγικά οικοσυστήματα της παράκτιας ζώνης και τους παράγοντες που τα απειλούν, σε διάφορες περιοχές του ανατολικού Αιγαίου.

 

Η έρευνα επικεντρώνεται:

1. Στη χαρτογράφηση των περιοχών που καλύπτονται από θαλάσσια λιβάδια Ποσειδωνίας, με τη χρήση υποβρύχιας ρομποτικής κάμερας και ηχοβολιστικού συστήματος, ούτως ώστε να παραχθούν χάρτες που να απεικονίζουν την ακριβή τοποθεσία τους. Γίνεται επίσης καταγραφή της οικολογικής κατάστασης και της κατάστασης υποβάθμισης των θαλάσσιων λιβαδιών, με σκοπό το σχεδιασμό και εφαρμογή ουσιαστικών μέτρων διαχείρισης και προστασίας τους.

Το ενδημικό στη Μεσόγειο είδος ανώτερου θαλάσσιου φυτού Posidonia oceanica, σχηματίζει μεγάλες εκτάσεις από θαλάσσια λιβάδια στο βυθό της Μεσογείου, τα οποία είναι θεμελιώδους σημασίας για την παραγωγικότητα και υγεία των θαλασσών. Στα λιβάδια αυτά βρίσκουν καταφύγιο περισσότερα από 300 είδη ζώων και 1000 είδη φυτών, ενώ το βαθύ ρίζωμα των λιβαδιών συγκρατεί τα ιζήματα και αποτρέπει τη διάβρωση των παραλιών.

Αν και τα λιβάδια Ποσειδωνίας είναι προστατευόμενα από την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, αλλά και από διεθνείς συμβάσεις, δεν εφαρμόζονται μέτρα προστασίας τους, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται σχεδόν καθημερινά από παράνομες αλιευτικές πρακτικές, όπως η χρήση συρόμενων αλιευτικών εργαλείων πάνω από τα θαλάσσια λιβάδια. Καθώς το φυτό Posidonia oceanica έχει ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς ανάπτυξης, στην περίπτωση που καταστραφεί ένα λιβάδι θα χρειαστούν περισσότερα από 100 χρόνια για να επανακάμψει.

 

2. Στη μελέτη της εξάπλωσης του φύκους εισβολέα Caulerpa racemosa: 

Το πράσινο φύκος Caulerpa racemosa έχει φτάσει στις ελληνικές θάλασσες από τη δυτική Αυστραλία, πιθανώς μέσω του έρματος των πλοίων. Παρατηρήθηκε πρώτη φορά στη Λιβύη το 1990 και από τότε έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, είτε λόγω ανάπτυξης του φύκους είτε λόγω ανθρώπινης μεταφοράς του. Το φύκος αυτό μεγαλώνει σε βράχους, σε κατεστραμμένα θαλάσσια λιβάδια και σε άμμο, σε ένα μεγάλο εύρος βάθους (0 – 60+ μέτρα), κάτι που είναι πολύ ασυνήθιστο για φύκια και πιθανώς να είναι και ο λόγος που αναπτύχθηκε με τόση επιτυχία στη Μεσόγειο.

Οι επιπτώσεις από την εξάπλωση αυτού του φύκους εισβολέα, στα οικοσυστήματα των ελληνικών θαλασσών και της Μεσογείου είναι πολύ αρνητικές. Μειώνει την τοπική βιοποικιλότητα με το να ανταγωνίζεται φύκη που προϋπήρχαν σε μια περιοχή και σαν αποτέλεσμα υποβαθμίζει τη συνολική παραγωγικότητα και βιοποικιλότητα των παράκτιων οικοσυστημάτων. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η υποβάθμιση των θαλάσσιων λιβαδιών Ποσειδωνίας λόγω της έντονης εξάπλωσης της Caulerpa.

Η ερευνητική ομάδα του Αρχιπελάγους, ερευνά την οικολογία αυτού του φύκους ούτως ώστε να συλλεχθούν πληροφορίες για τα ενδιαιτήματα στα οποία εξαπλώνεται και να εντοπιστούν οι λόγοι για τους οποίους αναπτύσσεται σε αυτά. Επίσης διερευνούμε ποια είδη θαλάσσιας πανίδας θα μπορούσαν να ελέγξουν την εξάπλωση του φύκους, τρώγοντάς το. Μέσω αυτών των δεδομένων, θα μπορέσουμε να δούμε ποιες περιοχές αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο εισβολής από την εξάπλωση της Caulerpa racemosa, καθώς επίσης να συλλέξουμε πληροφορίες που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν στον έλεγχο της εξάπλωσής του.